κάραγος
κάραγος ὁ τραχὺς ψόφος, οἷον πρι<όντ>ων, Hsch. καραδάλη· ἀρμενοθήκη, Id.
{ "headword": "κάραγος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n53256", "citations": [], "senses": [], "key": "ka/ragos", "type": "gloss" }