ἀμμιρός
ἀμμιρός πεπληρωμένος, Hsch. ἀμμισκόμιστον· συγκομιστὸν ἄρτον, Id.
{ "headword": "ἀμμιρός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n5323", "citations": [], "senses": [], "key": "a)mmiro/s", "type": "gloss" }