κάππαστον
κάππαστον (i.e. κατάπαστον) · ποικίλον, Hsch. καππύτια· γυναικεῖα ἱμάτια, Id.
{ "headword": "κάππαστον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n53208", "citations": [], "senses": [], "key": "ka/ppaston", "type": "main" }