κάντορες
κάντορες οἱ κρατοῦντες, Hsch. (Fort. κράντορες.)
{ "headword": "κάντορες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n53127", "citations": [], "senses": [], "key": "ka/ntores", "type": "gloss" }