κάναδοι
κάναδοι σιαγόνες, γνάθοι, Hsch. καναδόκα· χείλη ὀϊστοῦ ( Lacon.), Id.; cf. κανδόχα.
{ "headword": "κάναδοι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n53046", "citations": [], "senses": [], "key": "ka/nadoi", "type": "gloss" }