κάμμαρψις
κάμμαρψις μέτρον σιτικόν, τὸ ἡμιμέδιμνον ( Aeol.), Hsch.
{ "headword": "κάμμαρψις", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n52987", "citations": [], "senses": [], "key": "ka/mmaryis", "type": "gloss" }