καμαρεύω
καμαρεύω σωρεύω, φιλοπονῶ, πορίζω, κακοπαθῶ, συνάγω, and καμαρεύουσα· φιλοπονοῦσα, πορίζουσα, Hsch.
{ "headword": "καμαρεύω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n52917", "citations": [], "senses": [], "key": "ka^mareu/w", "type": "gloss" }