κακοκτερής
κακοκτερής, ές ( -οτερής cod.) · κακῶς θάπτων ( κακοθ- cod.), Hsch.
{ "headword": "κακοκτερής", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n52227", "citations": [], "senses": [], "key": "ka^kokterh/s", "type": "main" }