καθοράω
καθοράω, Ion. κατ-, impf. καθεώρων X. Cyr. 3.2.10, Ion. 3 sg. κατώρα Hdt. 7.208: pf. καθεώρακα Pl. Lg. 905b: fut. κατόψομαι Hdt. 3.17: 3 sg. pf. κατῶπται Pl. R. 432b: aor. 1 κατώφθην Id. Phlb. 46b: for aor. Act., v. κατεῖδον:—