καθοπτεύει
καθοπτεύει καθορᾷ, Hsch.; cf. κατοπτεύω.
{ "headword": "καθοπτεύει", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n51879", "citations": [], "senses": [], "key": "kaqopteu/ei", "type": "gloss" }