ἁμεροκοίτης
ἁμεροκοίτης, ἁμερό-κοιτος, Dor. for ἡμερό-.
{ "headword": "ἁμεροκοίτης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n5172", "citations": [], "senses": [], "key": "a(merokoi/ths", "type": "main" }