καθαιρέω
καθαιρέω, Ion. κατ-, Aeol. κατάγρημι, q.v.: fut. -ήσω Il. 11.453, etc.: fut. 2 καθελῶ APl. 16.334 ( Antiphil.): aor.2 καθεῖλον, inf. καθελεῖν: aor. 1 καθεῖλα LXX 3 Ki. 19.14: Ion. pf. part. Pass. καταραιρημένος Hdt. 2.172:—