κᾶδος
κᾶδος, Dor. for κῆδος. κάδουσα· εἶδος σταφυλῆς, Hsch. καδρανές (perh. for καπρανές, i.e. κατα-πρηνές) · κατωφερές, Id. κάδυρος· κάπρος ἔνορχις, Id.
{ "headword": "κᾶδος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n51642", "citations": [], "senses": [], "key": "ka=dos2", "type": "main" }