ἱστοριαγράφος
ἱστοριαγράφος, v. ἱστοριογράφος.
{ "headword": "ἱστοριαγράφος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n51260", "citations": [], "senses": [], "key": "i(storiagra/fos", "type": "main" }