ἱπποφορβεύς
ἱπποφορβεύς, έως, ὁ, = ἱπποφορβός, Poll. 7.185:—fem. ἱπποφορβ-άς, άδος, Sch. Luc. Ind. 5:
{ "headword": "ἱπποφορβεύς", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n50863", "citations": [], "senses": [], "key": "i(ppoforbeu/s", "type": "main" }