ἱππομολγία
ἱππομολγία, ἱππο-μολγός, ff.ll. for ἱππημολγία.
{ "headword": "ἱππομολγία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n50807", "citations": [], "senses": [], "key": "*(ippomolgi/a", "type": "main" }