ϝικατίπεδος
ϝικατίπεδος, ον, v. εἰκοσίπεδος.
{ "headword": "ϝικατίπεδος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n50245", "citations": [], "senses": [], "key": "i_kati/pedos", "type": "main" }