ἰθμαίνω
ἰθμαίνω ἀσθμαίνω, Hsch. ἰθμία· ἡ τῶν μελισσῶν ἐρυθρὰ κόπρος, Id. ἰθμίν (sic) · περιστόμιον, περιτραχήλιον, ἢ στεφανίς, Id. (cf. ἴσθμιον).
{ "headword": "ἰθμαίνω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n50183", "citations": [], "senses": [], "key": "i)qmai/nw", "type": "gloss" }