ἰζίνες
ἰζίνες οἰωνοί, ὄρνιθες, προχόοι, λέβητες, τρίποδες, Hsch. ἰζοῦνα· βοόστασις, Id.
{ "headword": "ἰζίνες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n50157", "citations": [], "senses": [], "key": "i)zi/nes", "type": "gloss" }