θρανογράφος
θρανογράφος [ γρᾰ], ὁ, = τοιχογράφος, Plb. 15.25.32, Hsch.
{ "headword": "θρανογράφος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n49013", "citations": [], "senses": [], "key": "qra_nogra/fos", "type": "main" }