θρακτικόν
θρακτικόν πορευτόν, and θραξεῖται· πορεύσεται, Hsch.: dial. forms for θρεκτ-, θρεξ-. θραμβόν· καπυρόν, Id. θράμις· κριός, Id.
{ "headword": "θρακτικόν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n49004", "citations": [], "senses": [], "key": "qraktiko/n", "type": "gloss" }