θούσχοινοι
θούσχοινοι ἢ θόσχοινοι· ἅρπαγες, πλανῆτες, Hsch.
{ "headword": "θούσχοινοι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n48990", "citations": [], "senses": [], "key": "qou/sxoinoi", "type": "main" }