θελκτικός
θελκτικός, ή, όν, = foreg., δύναμις Sch. E. Or. 211.
{ "headword": "θελκτικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n48082", "citations": [], "senses": [], "key": "qelktiko/s", "type": "main" }