θεῖος
θεῖος (A), α, ον: late Ep. θέειος Procl. H. 2.16; θεήϊος Bion Fr. 15.9; late Aeol. θήϊος Epigr.Gr. 989.4 ( Balbilla); Lacon. σεῖος (v. infr. Ι.3): Comp. and Sup. θειότερος, -ότατος, freq. in Pl., Phdr. 279a, Mx. 244d, al.: ( θεός):