θαρραλέος
θαρραλέος, θαρρέω, θαρρητικός, θάρρος, θαρρύνω, Att. for θαρσ-.
{ "headword": "θαρραλέος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n47894", "citations": [], "senses": [], "key": "qarra^le/os", "type": "main" }