ἠυγένειος
ἠυγένειος, ἠῠ-γενής, ἠῠ-δενδρος, ἠῠ-κάρηνος, ἠῠ-κομος, ἠῠ-πυργος, etc., Ep. and Lyr. for εὐ-.
{ "headword": "ἠυγένειος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n47652", "citations": [], "senses": [], "key": "h)u^ge/neios", "type": "main" }