ἠγάνεα
ἠγάνεα πέμματα τὰ ἀπὸ τηγάνου, Hsch.; cf. ἤγανον. ἠγανές· καθαρόν, νέον, and ἠγάν<ε>ος· νεανίσκος, Id.
{ "headword": "ἠγάνεα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n46596", "citations": [], "senses": [], "key": "h)ga/nea", "type": "gloss" }