ζείνυμεν
ζείνυμεν ( -αμεν cod.) · σβέννυμεν, Hsch. ζειπίτις· ὁ περιχύτης, Id. ( ζειποίτης Gramm. in Reitzenstein Ind.Lect.Rost. 1892/3p.10).
{ "headword": "ζείνυμεν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n46133", "citations": [], "senses": [], "key": "zei/numen", "type": "main" }