εὐθυκτέανον
εὐθυκτέανον ἰθὺ πεφυκυῖαν, εἰς ὀρθόν, Hsch. (- κτέσαν cod., cf. ἰθυκτέανον, εὐκτέανος.)
{ "headword": "εὐθυκτέανον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n44050", "citations": [], "senses": [], "key": "eu)qu^kte/anon", "type": "gloss" }