ἕστηκα
ἕστηκα, ἑστήξω and ἑστήξ-ομαι, ἔστησα, ἔστην, ἑστηώς, v. ἵστημι.
{ "headword": "ἕστηκα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n42979", "citations": [], "senses": [], "key": "e(/sthka", "type": "main" }