ἐσσυρευτόν
ἐσσυρευτόν βλοσυρόν, δοκερόν, Hsch. ἐσσύτερον· ἰσχυρότερον, Id. ἕσσωμαι, pf. Pass. of ἑσσόομαι, v. ἡσσάομαι.
{ "headword": "ἐσσυρευτόν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n42968", "citations": [], "senses": [], "key": "e)ssureuto/n", "type": "gloss" }