ἔσβηνες
ἔσβηνες εἶδος ποτηρίου ( Tarent.), Hsch. ἔσγονος, v. ἔκγονος.
{ "headword": "ἔσβηνες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n42876", "citations": [], "senses": [], "key": "e)/sbhnes", "type": "gloss" }