ἑρκοθηρευτικός
ἑρκοθηρευτικός, Poll. 7.139 : Subst. ἑρκοθηρευτής, οῦ, ὁ, ib. 137.
{ "headword": "ἑρκοθηρευτικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n42574", "citations": [], "senses": [], "key": "e(rkoqhreutiko/s", "type": "main" }