ἐρεσιμήτρην
ἐρεσιμήτρην τὴν γεωμετρίαν, Hsch. ἐρεσκίη· θρησκ<ε>ία, Id. ἐρεσμεῖ· καταπνεῖ (fort. -πλεῖ), Id. ἐρεσμεί· κώπη, Id. ἐρεσμίονες· αἱ χεῖρες, Id.
{ "headword": "ἐρεσιμήτρην", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n42309", "citations": [], "senses": [], "key": "e)resimh/trhn", "type": "gloss" }