ἔραδος
ἔραδος παρὰ τὸ ἐρίζειν· παιδίονα, νεῖκος, συνδρομή, λοιδορία, ἀνεξικακία, Hsch.
{ "headword": "ἔραδος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n42108", "citations": [], "senses": [], "key": "e)/rados", "type": "gloss" }