ἑπτάπεκτος
ἑπτάπεκτος ἡ βαθείας τρίχας ἔχουσα, Hsch. ( -ιος cod.), cf. Suid.; ἡ δυναμένη ἑπτάκις τμηθῆναι, EM 368.11.
{ "headword": "ἑπτάπεκτος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n41990", "citations": [], "senses": [], "key": "e(pta/pektos", "type": "gloss" }