ἐπιχιλάδιον
ἐπιχιλάδιον τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές· τὸ ἐλλιπές, Id. ἐπιχιλοῦντες· πληροῦντες, Id.; cf. χιλός.
{ "headword": "ἐπιχιλάδιον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n41638", "citations": [], "senses": [], "key": "e)pixila/dion", "type": "gloss" }