ἐπιταξίδια
ἐπιταξίδια ( -ίδις cod.) · σιδηραῖ τινες, ὡς ἄγκυραι, Hsch.
{ "headword": "ἐπιταξίδια", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n41249", "citations": [], "senses": [], "key": "e)pitaci/dia", "type": "main" }