ἀγγοπήνια
ἀγγοπήνια τὰ τῶν μελισσῶν κηρία. Hsch., Suid. ἀγγόρπη· ᾧ τοὺς ἐλέφαντας τύπτουσι σιδήρῳ, Hsch.
{ "headword": "ἀγγοπήνια", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n402", "citations": [], "senses": [], "key": "a)ggoph/nia", "type": "gloss" }