ἀλεάζω
ἀλεάζω (B) · κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν, and -άζων· δικαζόμενος, Hsch. ἁλεάζω· ἀθροίζω, Id.; cf. ἁλής, ἁλία.
{ "headword": "ἀλεάζω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n3917", "citations": [], "senses": [], "key": "a)lea/zw2", "type": "main" }