ἐπερρώπτης
ἐπερρώπτης ὑπηρέτης, Hsch. ἐπέρτερα· μείζω καὶ ὑψηλότερα, Id. (leg. ὑπ-).
{ "headword": "ἐπερρώπτης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n38730", "citations": [], "senses": [], "key": "e)perrw/pths", "type": "gloss" }