ἐπαρτείνη
ἐπαρτείνη εὐπρεπίνη, Hsch. (fort. ἐπαρτέϊ· εὐτρεπεῖ νηΐ).
{ "headword": "ἐπαρτείνη", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n38327", "citations": [], "senses": [], "key": "e)partei/nh", "type": "gloss" }