ἐντυπάδεια
ἐντυπάδεια ( -δία cod.): ὅταν τῷ ἱματίῳ τὴν χεῖρα πρὸς πρόσωπα κατειλημμένος στήσῃ, Hsch.
{ "headword": "ἐντυπάδεια", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n36352", "citations": [], "senses": [], "key": "e)ntu^pa/deia", "type": "main" }