ἐνδομαρία
ἐνδομαρία ἡ κτῆσις, ἢ παροικία ( κτίσις ἢ παροιμία cod.), Hsch.
{ "headword": "ἐνδομαρία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n35257", "citations": [], "senses": [], "key": "e)ndomari/a", "type": "gloss" }