ἐμποίνιος
ἐμποίνιος, ον, = foreg., Suid. ἔμποιον· τὸ γαλακτῶδες ὑγροῦν (leg. ὑγρόν), Hsch. (leg. ἔμπυον).
{ "headword": "ἐμποίνιος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n34457", "citations": [], "senses": [], "key": "e)mpoi/nios", "type": "main" }