ἐμμεσότροπος
ἐμμεσότροπος v. ἐμμενύτρωτος.
{ "headword": "ἐμμεσότροπος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n34151a", "citations": [], "senses": [], "key": "e)mmeso/tropos", "type": "main" }