ἐμμενύτρωτος
ἐμμενύτρωτος μέτριος, Hsch. [Supp.: (ἐμμεσότροπος Latte ed.)]
{ "headword": "ἐμμενύτρωτος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n34147", "citations": [], "senses": [], "key": "e)mmenu/trwtos", "type": "gloss" }