ἀγάνεται
ἀγάνεται πραγματεύεται, χρῆται, Hsch. ἀγάνημαι· ἀσχάλλω, ἀγανακτῶ, Id. ἀγανίδα· ἀτρέμας, Id. (fort. -ηδά).
{ "headword": "ἀγάνεται", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n332", "citations": [], "senses": [], "key": "a)ga/netai", "type": "gloss" }