ἐκφαντικός
ἐκφαντικός, ή, όν, = ἐκφαντορικός, Procl. in Alc.Praef. (s.v.l.).
{ "headword": "ἐκφαντικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n33145", "citations": [], "senses": [], "key": "e)kfantiko/s", "type": "main" }