ἄκναμπτος
ἄκναμπτος, ἄκναπτος, ἄκνᾰφος, = ἄγναμπτος, ἄγναπτος, ἄγναφος.
{ "headword": "ἄκναμπτος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n3252", "citations": [], "senses": [], "key": "a)/knamptos", "type": "main" }